αμετάβολα


αμετάβολα
(ametabola). Έντομα που αναπτύσσονται χωρίς το φαινόμενο της μεταμόρφωσης: δηλαδή από το αβγό βγαίνει τέλειο έντομο. Στα α. ανήκουν λίγες τάξεις εντόμων, μεταξύ των οποίων τα απτερύγωτα και τα ανόπλουρα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀμετάβολα — ἀμετάβολος without modulation neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταμόρφωση — Εξωτερική ή εσωτερική μεταβολή, αλλοίωση, μετουσίωση. (Βιολ.). Έντονη αλλαγή στη μορφή ή στη δομή ορισμένων ζώων, που συντελείται κατά τη μετεμβρυϊκή τους ανάπτυξη, προκειμένου οι οργανισμοί αυτοί να αποκτήσουν την οριστική μορφή του ώριμου ή… …   Dictionary of Greek

  • έντομα — Ζώα ασπόνδυλα που αποτελούν ομοταξία των αρθροπόδων. Περίπου από το ένα εκατομμύριο ζωικών ειδών, που είναι σήμερα γνωστά και έχουν ταξινομηθεί, γύρω στα 750.000 είναι έ., από τα οποία τα 300.000 είναι κολεόπτερα και τα 150.000 λεπιδόπτερα. Το… …   Dictionary of Greek

  • μετάβολα — τα εντομολ. όρος που αναφέρεται στα έντομα τα οποία υφίστανται μεταμόρφωση, σε αντιδιαστολή με τα αμετάβολα έντομα …   Dictionary of Greek

  • δίπλουρα — (diplura). Τάξη απτερυγωτών εντόμων που περιλαμβάνει τις καμποδέες και τις ιαπυγίδες. Τα δ. συγκαταλέγονται στις ατελέστερες τάξεις εντόμων. Έχουν μήκος 0,5 εκ., μακριές και λεπτές κεραίες, στοματικά όργανα βυθισμένα εν μέρει στο κεφάλι τους και… …   Dictionary of Greek